ἀσπάλιεύς

ἀσπάλιεύς
Grammatical information: m.
Meaning: `fisher' (Nic.)
Other forms: ἀσπάλους· τοὺς ἰχθύας. Άθαμᾶνες H. Cf. ἄσπαλον· σκύτος H. (unrelated?).
Derivatives: ἀσπαλία τοῦ ἁλιέως ἐργασία (H.) for *ἀσπαλιεία? Cf. ἀσπαλίσαι ἁλιεῦσαι, σαγηνεῦσαι (AB 183).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Cf. ἁλιεύς. Etym. unknown. Since Solmsen Wortforsch. 21 A. ἄσπαλος is compared with Lat. squalus name of a big fish, ON hvalr `whale', which does not agree with Plato, Sph. 221c, who speaks of fishing with a line. Chantr. strangely doubts the connection ἀσπαλιεύς \/ ἄσπαλος. Quite improb. vW. - Rather with Huber, Comm. Aenip. 9, 21, a susbtr. word (but note that squalus too is non-IE).
Page in Frisk: 1,167-168

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασπαλιεύς — ἀσπαλιεύς, ο (Α) ο ψαράς. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος αβέβαιης προελεύσεως. Η λ. ασπαλιεύς θεωρήθηκε ως παράγωγο ενός τ. άσπαλος «ιχθύς» (Ησύχ.), έπειτα από αναλογική επίδραση του τ. αλιεύς. Υποστηρίχθηκε εξάλλου ότι ο τ. άσπαλος συνδέεται με τα λατ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀσπαλιεύς — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιεῖς — ἀσπαλιεύς masc acc pl ἀσπαλιεύς masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιεῖ — ἀσπαλιεύς masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιεῦσι — ἀσπαλιεύς masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιεῦσιν — ἀσπαλιεύς masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιῆες — ἀσπαλιεύς masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιῆι — ἀσπαλιεύς masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιῆος — ἀσπαλιεύς masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιήων — ἀσπαλιεύς masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαλιῆ' — ἀσπαλιῆα , ἀσπαλιεύς masc acc sg (epic ionic) ἀσπαλιῆι , ἀσπαλιεύς masc dat sg (epic ionic) ἀσπαλιῆε , ἀσπαλιεύς masc nom/voc/acc dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.